Οικονομικές πτυχές του σύγχρονου λαϊκισμού

Βασίλης Πεσμαζόγλου

Βασίλης Πεσμαζόγλου

Επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Πολύς λόγος γίνεται, ιδίως από το 2016, για τον λαϊκισμό, με ιδιαίτερη αναφορά στη Βρετανία (Brexit), στις ΗΠΑ (Trump) αλλά και σε Γαλλία και Ολλανδία. Η εξήγηση του φαινομένου παραπέμπει συνήθως σε ζητήματα ταυτότητας, τρομοκρατίας, μετανάστευσης αλλά έχει και σαφείς οικονομικές διαστάσεις. Οι τελευταίες σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση και τις νέες τεχνολογίες που αποτελούν πηγή οικονομικής ανισότητας και ανασφάλειας για μεγάλη τμήματα του πληθυσμού (τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ). Χαρακτηριστικά, γίνεται λόγος για τους «χαμένους της παγκοσμιοποίησης», δηλαδή για κοινωνικές ομάδες που τις τελευταίες δεκαετίες δεν επωφελήθηκαν ή και επλήγησαν από τις ραγδαίες αλλαγές. Πράγματι τα στοιχεία δείχνουν ότι η ανισότητα εντός των χωρών τείνει να μειωθεί (εν αντιθέσει με την ανισότητα ανάμεσα σε χώρες που μειώνεται λόγω της ταχείας ανάπτυξης πολυπληθών φτωχών κρατών όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία, το Βιετνάμ κ.α.). Η εξέταση της κατανομής της ψήφου υπέρ του Brexit στην Αγγλία πιστοποιεί ότι, πράγματι, ήταν οι περιοχές με σχετική οικονομική δυσπραγία που πείστηκαν από το επιχείρημα της «ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας». Ανάλογα παρατηρήθηκαν και στις ΗΠΑ ως προς την υποστήριξη του D.Trump: τον ψήφισε η «βαθειά Αμερική», η ξεχασμένη και παραγκωνισμένη. Αντίθετα, τόσο στην Αγγλία (λ.χ. Λονδίνο) όσο και στις ΗΠΑ (λ.χ. Ν. Υόρκη) οι οικονομικά ανθηρές περιοχές δεν υπέκυψαν στη σειρήνα του «αντισυστημικού» λαϊκισμού.

Ενώ η εξήγηση του φαινομένου με οικονομικούς όρους είναι αρκετά σαφής, το τοπίο γίνεται ομιχλώδες ως προς τη χάραξη της «καινούργιας» οικονομικής πολιτικής. Αυτό ισχύει τόσο στην Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ. Ένα από τα κοινά σημεία του λαϊκιστικού πολιτικού λόγου σε διάφορες γεωγραφικές συντεταγμένες είναι ο φόβος και η στοχοποίηση του «ξένου»: απόρροια αυτού είναι η αναχαίτιση της μετανάστευσης- ακόμα κι αν, όπως στην περίπτωση της Βρετανίας, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αυτή συνολικά ωφελεί την οικονομία. Μια άλλη πτυχή, παραδοσιακά ίδιον του οικονομικού εθνικισμού, είναι ο εμπορικός προστατευτισμός: ο περιορισμός των εισαγωγών, ακόμα κι αν αυτό διαταράσσει διεθνείς δεσμεύσεις και διακυβεύει διεθνείς συνθήκες, οδηγώντας εν τέλει σε συνολική οικονομική ζημιά (λ.χ. αποκοπή Βρετανίας από Ευρωπαϊκή αγορά). Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε την πολιτική δυναμική να υποτάσσει την οικονομία.

Συνέντευξη

Μαγνητοσκόπηση